Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

ΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΙΓΚΡΑ 1


και ο ουρανός πάντα μαύρος,
μόνον η μουσική είχε χρώμα,
ένα
μπλε που ιρίδιζε πότε-πότε, και βρίσκαμε σ' εκείνο το κενό,
"η συνέχεια επί της οθόνης",όλο το κόκκινο
της ζωής που μας περίμενε.

***

ΣΑΝ ΚΕΡΜΑ ΑΠΟ ΤΡΥΠΙΑ ΤΣΕΠΗ
Τα βράδια, ο γέρο Μπούκης ο τυφλός, περπατούσε το μοναδικό
χωματόδρομο,τραγουδώντας,με μια φωνή καστράτου
δημοτικά τραγούδια,
όταν έφυγε, μας άφησε τη φωνή του και μιαν ελιά που είχε ως όριο,
την ακουμπούσε και,μετρώντας τα βήματα,
γύριζε πίσω,στην αυλόθυρά του,
τον ακούγαμε τις νύχτες,
τα σπίτια πλήθαιναν στο μεταξύ,εμφανίστηκαν
καναδυό αυτοκίνητα,χαράχτηκαν νέοι δρόμοι,ασφαλτοστρώθηκε
ο παλιός χωματόδρομος,πάροδος 220 κι αργότερα "Καλτεζών"
η ελιά και τα τραγούδια έμειναν.
Ώσπου, κάποιο πρωί, ένας στραβόγνωμος συνταξιούχος,πήρε πριόνι
κι έκοψε το δέντρο,οι θρούμπες του λέρωναν τ'αυτοκίνητο.
Τότε χάθηκαν και τα "σαράντα παλληκάρια" κι ο "αϊτός"
και "η Σαμαρίνα"και η "ιτιά",
και μεις, ξαφνικά, χάσαμε τη νεότητά μας,
σαν κέρμα από τρύπια τσέπη.

****

ΑΠΟΥΣΙΑ
Κι ο Θεός δημιούργησε τη μεγάλη αγρύπνια,
για να τοποθετήσει στο κέντρο της
την απουσία σου.

****
ΣΑ ΝΑ'ΤΑΝ ΜΑΝΟΥΑΛΙΑ
Αυτός ο άνθρωπος απολογείται στα δέντρα
ζητώντας,μ'ένα του χεριού του τίναγμα,
την υπόκρουση ενός μαντολίνου,
όπως ο σαλτιμπάγκος κρέμεται, για να υπάρξει,
Από την πίκρα και το γέλιο των αγνώστων.
Αυτός ο άνθρωπος περιγράφει στα φυλλώματα,
την ουσία της αθωότητας,
όσων περπατούν ακόμη στο όνειρο ενός πουλιού.
κι οι κομήτες μπαίνουν στο δωμάτιο
απ' τ' ανοιχτά παράθυρα
και τα μπαούλα αχνίζουν τα νυχτερινά του Σοπέν.
Α,υπήρξε η εποχή που ο αρχάγγελος
υάκινθο, αντί για ρομφαία, κρατούσε
και όριζαν οι τελευταίες παιδικές φωνές,
δρόμους προς το φεγγάρι.
Υπήρξεν η εποχή που οι γυναίκες
έψαχναν,κάτω από τη σκάλα, για τους πεθαμένους τους
κι ένας μικρός αέρας από το παράθυρο
έσβηνε τα μεγάλα μάτια τους
σα να'ταν μανουάλια.

****

ΑΦΗΓΗΣΗ
"Ο παπα-Μαραθάς περνούσε ξυπόλητος την Ωραία Πύλη.
Τα μαλλιά του ανέμιζαν στο νυχτερινό αεράκι
που έμπαινε από τα παράθυρα, μας έρραινε μ'αστέρια
και δοξαστικές κωδωνοκρουσίες,
πλεγμένες με τα κεκραγάρια των αηδονιών.
Η γιαγιά ζητούσε τρακόσιες μετάνοιες στις ακοίμητες-
Εμείς σκύβαμε και μασούσαμε λιόσπορα.
Το πρωί,στην επιστροφή, μύριζαν τα γιασεμιά,
η Ευανθία πλένονταν γυμνή κάτω από τη μανόλια
και ψάλλανε τα κάλαντα αχτένιστα παιδιά".

***

ΕΝΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΗΠΟ
Ή
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 14,51
Απλώς, όλα τελεσιουργούνται στη Σιωπή,
στη δραπέτευση "επί γυμνού"-Οι άλλοι
Έμειναν με τη σινδόνη στα χέρια,γλίστρησε ο νεανίσκος.
Πώς αλλιώς θα βρεθείς,αν όχι γυμνός
κοντά στον πόνο ενός Θεού;
Τίποτε δεν απομένει,
οι φαρισαίοι φορούν τα επιμανίκια,
μαζεύουν τη χρυσόσκονη απ'τη ζυγαριά,
κι Εκείνος λέει μόνο "μεταβαίνω προς τον Πατέρα".

***

ΑΘΛΙΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ
Εκείνες οι ηδύπικρα αχνές
του πάρκου μ’ έχουν φυλακίσει αλέες.
Ειδή μου και ψυχή στο Χθες
που κάλυψαν ημέρες νέες-
ώς να πεθάνουνε κι αυτές.
Έψαχνα με λαχτάρα στην υγρή τη χλόη
στις μαργαρίτες δίπλα, στην αλόη
κι άναβε εντός μου η ελπίδα και η πίστη
ότι θα βρώ
χλωμά χλωρό
νεράτζι να προσφέρω "τη καλλίστη"
από των κοριτσιών που σεργιανούσαν τον χορό.
Καμιά
θέα
της γειτονιάς δεν μου ‘πε «Ευχαριστώ -
να η Ελένη».
Τρώες να οδηγήσω πλέον δεν μπορώ.
Κι αυτό το ποίημα μου απομένει
άθλιο δοκίμιο για τον Καιρό.

***
ΛΑΪΚΑ
"Tί να γίνεται μ' εκείνο το σκυλάκι;".
Ξυπόλητη κι αχτένιστη
ρωτούσε τους περαστικούς 
κι έδειχνε το στερέωμα.
Την ονομάσαμε "Λάικα".
Εκείνο το σκυλάκι, φυσικά,εξαχνώθηκε
και στη μεγάλη πατρίδα των προλετάριων-
ίσως του απέδωσαν τιμές αρχηγού κράτους.
Από εκείνη
απέμειναν δυο τσίγκοι της παράγκας της
ντυμένοι με φύλλα του Ντομινό,
να στάζουνε τις νύχτες
την τρυφερή της έγνοια.

****


"γιατί,που να πάρει,να'μαι εγώ"ξέσπασε σ'αναφιλητά,
"ούτε που το φανταζόμουν ότι με περίμενε ενέδρα
κι εκείνοι τόσον ασυνείδητοι"ήξερε ώς τα εξήντα του
ποιος έβαλε τη νάρκη,πατριώτης του ήταν και το διέδιδε,
(με πίκρα, είναι η αλήθεια)στο χωριό.Το απραγματοποίητο όνειρο
του πατέρα,υπήρξεν όσον έζησε,που δε μπόρεσε να χορέψει,
το"να'ταν τα νιάτα δυο φορές".

****

ΗΔΥΜΟΛΠΑ ΜΙΝΥΡΙΣΜΑΤΑ
"Εγώ ασχολούμαι με το ωραίον" απεφθέγξατο
ο κυρ Αλέξανδρος.
Στο ένα χέρι του κρατούσε 
ηδύμολπα μινυρίσματα πτηνών,
ψάλλοντας τον "πολυέλεον", στα εννιάμερα της Παναγιάς
που το' χε τάμα-
μ'ένα αγκάθι στη φτέρνα κι ένα κερί στο άλλο χέρι.΄
"Εγώ ασχολούμαι με το ωραίον.
Εσείς πού καταντήσατε την ομορφιά...
Να φοβάσθε το θάνατο και να μη βρίσκετε
ένα θαλασσόξυλο να περάσετε εις την μικράν νήσον
την Ουρανίτσα την αυτόχειρα,
να μη περιμένετε ιώδη άνθη να ευωδιάσουν στον τάφο της-
κι αν ξύλο τι ανακαλύψετε
σεις το χτυπάτε
ως τάλαντον να ήτο.
Οι αποσώστρες έγιναν κυρίες.
Στο μοναστήρι της Καισαριανής
δεν αγιάζει τα νερά η περιστέρα
Τα ξόδια των νηπίων
δεν αξιώνονται της τρυφεράς ακολουθίας,
ούτε ψυχαί
το έλαιον πίνουν από ακοίμητον,
επί ημέρας τεσσαράκοντα,
κανδήλαν.
Κι εμάς, τους παλαιούς,εις επετείους
μας τεμαχίζετε, ως λαμπριάτικα αρνία
κι ως ψάλτες, κατ'αποκοπήν,κακοφωνείτε
τα,του Θεού, γλυκύτατα τραγούδια.
Σχόλια
Κατερίνα Παπαδοπούλου Οι αποσώστρες έγιναν κυρίες, ευχαριστούμε, κύριε Τσίγκρα, τα είπατε όλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου