Σοφό: "Όποιος περιπλανιέται, δεν έχει απαραίτητα, χαθεί!"
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2016

ΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΙΓΚΡΑ 5


Κι ο αδελφός μου συνέχιζε να ροχαλίζει,κουρασμένος".

ΜΙΚΡΗ ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ
"Η σπηλιά ήταν μικρή, τα πόδια μας έμεναν έξω,
ακούγονταν ουρλιαχτά λύκων-Γιωργάκη φοβάμαι,κι έκλαιγα-Τί
φοβάσαι βρε κουτό;-Μη μας φάνε τα πόδια.-Ε,καί;Θα φυτρώσουν 
στη θέση τους καινούργια.Δεν ξέρεις ότι τα πόδια ξαναφυτρώνουν;
Κι ο αδελφός μου συνέχιζε να ροχαλίζει,κουρασμένος".


ΤΟ ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ
Ο Βόλος της δεκαετίας του 50 είχε υπέροχα νεοκλασικά,
σήμερα έχουν μείνει δυο-τρία απ'αυτά.Τα μπάζα των κατεδαφίσεων,
γέμισαν τα έλη της Δημητριάδος,και πάνω χτίσθηκε η γειτονιά μου.
Έτσι,έχω την τύχη να κοιμούμαι σε κρεββάτια 
με κεραμιδένια αετώματα
κόρες,να΄ρχονται στον ύπνο μου,
μικροί κορμοί φοινικιάς και ουασιγκτώνες
να υποκλίνονται, σε τρυφερές
λευκές πεταλούδες.
Κάποια νύχτα,βρέθηκε μπροστά μου,ένα αρχοντικό
ολόκληρο,με το ροδώνα του,άσπρα και κόκκινα λουλούδια:
"Πάρε
τα κλειδιά"μου είπε ο ιδιοκτήτης "δεν μπορώ να σ'ακούω να βηματίζεις
συνεχώς, πάνω απ'το κεφάλι μου".Ένας ογκώδης γέρος,
έμοιαζε μ'έμπορο του Τένεσι Ουίλιαμς,τα δωμάτια του σπιτιού ήσαν γεμάτα
από παλαιά κουδουνάκια,αγαλματίδια,δοχεία νυχτός,κηροπήγια,γυαλισμένα
παππούτσια.

Γιάννης Τσίγκρας Παλαιότερο- για τους νέους φίλους

*****

κι αυτοί κερδίζουν, γιατί έμαθαν την τέχνη με τα στερεότυπα:
Τί φέρνει δάκρυ;Το μπλε φεγγάρι.Τί το αναπάντεχο;Η θάλασσα
κι η προκυμαία,αόρατη μπάντα παίζει εμβατήρια.
Κανένα ποίημα δεν περάτωσα,
όλα μου τα παίρνουν ημιτελή,ίσα που προλαβαίνω
ν'αρχίσω μια ιστορία,"βιάσου" μου λένε,κι εγώ
ήθελα να,δαιδαλώδης, καταλήξω, στην κότα την Παγώνα
που η γιαγιά έψαχνε στις φασολιές,ενώ απ'το λιμάνι
του Βόλου άρχιζε ο βομβαρδισμός,ποτέ δε σας
σύστησα την Παγώνα κι του Χρυσάνθ -κι ας μοιράζομαι
όλα τα πολύτιμα μαζί σας.

****

TΗΣ ΠΡΟΚΟΠΗΣ
Δε μπορώ να μετρώ τους απόντες,συνεχώς
και ποια είναι η ουσία της απώλειας....του μην είναι πλέον...
Ας φρόντιζαν,πριν χαθούν,να καταθέσουν στα πόδια μου
απόνα γιασεμί.
Θα διευκόλυνε τα πράγματα,κάτι τέτοιο,κι ίσως
έγραφα και ποιήματα της προκοπής

****

ΜΟΝΑ-ΖΥΓΑ
Έπαιξα τo χρόνο που μου δόθηκε
μονά-ζυγά
με τους φυστικοστραγαλάδες
και τον έχασα.

ΚΑΛΥΤΕΡΑ
Καλύτερα εδώ πάνω,
χαρτογράφος μιας απίστευτης φωνολογίας
πλανοδίων,
μόνος με μια μικρή χλωρή χελώνα
από αυτές που δένουν τη γραβάτα τους οι πρόσκοποι.
Καλύτερα εδώ πάνω
κρατώντας στην αγκαλιά μου
τα όνειρα που μου εμπιστεύτηκες.

Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
Κάποτε έπεσα μέσα σε μιαν ασπρόμαυρη φωτογραφία,
έτσι, όπως ανεβαίνεις ένα σκαλοπάτι,και σκοντάφτεις,
ω,συγγνώμην ψέλλισα,εκείνη,αν και κάποτε αγαπημένη
με κοιτούσε μόνο,δε μιλούσε,έβαλα τα κλάμματα,γιατί
κατάλαβα, ότι υπήρχε μια ανθισμένη λύπη σ' όλα αυτά,
ποτέ δεν σωπαίνεις όταν υπάρχεις-έστω κάπου μακριά
στο γαλαξία-τη ρώτησα αν με αναγνωρίζει,τότε μου γύρισε την πλάτη
κι είδα δυο άσπρα φτερά στους ώμους της να τραντάζονται.

ΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΙΓΚΡΑ 4


που δεν ονειρευτήκαμε ποτέ.

***

που δεν ονειρευτήκαμε ποτέ.

ΠΟΥ ΔΕΝ ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑΜΕ ΠΟΤΕ
Kάποια αβγά ποιημάτων μας, μοιάζουν κελύφη άδεια
και τα πετούμε αδίσταχτα στην άκρη του καιρού.
Κι εκείνα ανθίζουν, με τα χρόνια, ουρανούς,
τινάζουν δέσμες κρίνων,νύχτες τρυφερές κι ένα φεγγάρι
που δεν ονειρευτήκαμε ποτέ.

***

ΚΑΠΟΙΟ ΕΙΔΟΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ
Προτιμώ να γράφω για τις επισκέψεις, με τον πατέρα,
στο κουρείο του Πατσαντά και στο απέναντι ραφείο του Σόλωνα.
Τα καταστήματα αυτά είχαν πάντοτε μιαν οσμή ταξιδιού:
με το πλοίο, το Κύκνος, όταν το φερμουάρ της θάλασσας
άνοιγε, τινάζοντας δελφίνια που ώς την Αιδηψό μας συντροφεύαν.
Κι άλλοτε με το τρένο που ξεπερνούσε τους καπνούς του
κι έβλεπες τις τούμπες και τους γηλόφους
να σε χαιρετούν με λευκά ιδρωμένα μαντίλια.
Στο κουρείο οι βδέλες σε βαζάκια και το παραπαίδι
να σε σκουπίζει- το "με γεια" στα μισάνοιχτα δάχτυλα.
Κι ο ράφτης, με τον πετεινό στην ταμπέλα
και τους τριζάτους, σα λουστρίνια,του ταβανιού ανεμιστήρες.
Βρήκα προχτές τον κάλφα του- ογδοντάχρονο-"θα τακιμιάσω
με μια πέρδικα" μου'πε "αρκεί να ξέρει για τον Περικλή
Και το Χρυσούν Αιώνα".

***
Ο ΤΖΕΡΥ ΛΙΟΥΪΣ
Ο Τζέρυ Λιούις σημάδευε,αλληθωρίζοντας,το στόχο
κι απ'το φεγγίτη της παράγκας,εκεί στη Μεταμόρφωση,
έπεφτε μια αγριόπαπια.Το ΄λεγα στη Μαρία σε διάφορες
παραλλαγές-άλλωστε τί είναι αλήθεια απ'όσα θυμάσαι;-
μόνο μια γριά, στο απέναντι παλιό σπίτι με το γιούκο,
σα πλατάνι,"εδώ στην εκκλησία ήρθατε να
βγάλετε τα μάτια σας;" κραύγασε.Η αλήθεια είναι ότι δε βγάζαμε
τα μάτια μας.Παρίστανα απλώς τον Τζέρυ Λιούις
κι αλληθωρίζοντας πυροβόλησα,
με προτεταμένο το δείκτη,
τη γριά κι ερευνούσα τον ουρανό για την αγριόπαπια.

***
KAI KANEIΣ
Και κανείς δεν ξοδεύτηκε, σαν ένα κερί,
για την ερμηνεία ζητήματος λεπτού κι ουρανομήκους,
όπως το αλληλούϊα.

***

ΕΥΘΡΑΥΣΤΑ
Κι αν σας μιλώ με παραβολές,
είναι γιατί θεωρώ εύθραυστα τ'αστέρια.

***

γίνεται ο ίσκιος μας και μας ακολουθεί στις λεωφόρους
και τις γειτονιές,στο ίδιο μας το σπίτι μέσα,
¨"κοίτα τί ωραίο πορτρέτο θα γίνεις;"μας ψιθυρίζει,
δείχνοντάς μας τις φωτογραφίες στους τοίχους.
Ο θάνατος κάθεται στο τραπέζι μαζί μας,
τρώει από το πιάτο μας.
Στα γενέθλιά μας, μας εύχεται "Χρόνια πολλά"
και γελάει σαρδόνια.
Σχόλια
Lamprini Tisolmi τι να πω;.. εκπληκτη!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

***************


Αρχιφασίστα βασιλιά και κεφαλαιοκρατία".
Τραγουδούσε το ταξικό του μίσος,με κορόνα,εξ ου και το παρατσούκλι.
Η μάνα μου, μου'λεγε ότι παλιότερα,
όταν τους φιλοξένησαν στο χειμωνιάτικο,
μετρούσε με τον Πόπο, το γάτο, παραστάτη του,
τις λίρες που'βαζε στο εικόνισμα.Τον πρόλαβα κι εγώ,στις λαϊκές
να τσακώνεται για τα πολιτικά,ώσπου προχτές
βρήκα το γιο του το Νίκο "τον πήρε ο Θεός,96 ήταν,
δεν τον άφηνε λίγα χρόνια ακόμη,τί ήθελε,να μετράει
και να τραγουδάει-μόνο".

****

ΚΙ ΑΝΑΡΩΤΙΕΜΑΙ
Κάθε μου ποίημα,ένα παλίμψηστο.
Το πρώτο στρώμα είναι η βούληση ή η ματαιοδοξία
κι ακολουθεί το θέμα,μπορεί και να μην υπάρχει θέμα
ή να υφίσταται ως ράκος-δεν είναι απαραίτητο να το εννοήσεις
σαν πυρήνα.
Κι ύστερα έρχονται οι διορθώσεις.
Ένα "μήπως είναι καλύτερο έτσι;"ή "αυτό δεν ταιριάζει,εδώ".
Οι διορθώσεις ευδοκιμούν στο χώμα της ανασφάλειας και
της εύλογης αμφιβολίας.
Γιατί η σιγουριά γεννήθηκε
άπαξ
στη χώρα των βλακών και τίποτε δεν την κλονίζει.
Κάθε μου ποίημα είναι ένα φύλλο που στριφογυρίζει ο αέρας
κι αναρωτιέμαι,θα πέσει;δε θα πέσει;
Σκοτεινά έμβρυα πανηγύρεων,
γύφτικα
φεύγουν DATSUN.

****

ΑΣ ΚΑΠΝΙΣΟΥΜΕ
Ένα καιρό έγραφα με αυστηρό μέτρο και ομοιοκαταληξίες,
οι λέξεις μένανε καρφωμένες στο χαρτί-
έγραφα για τους Μαγγελάνους των μαχαλάδων
(ανακαλύπταμε καινούργιους εχθρούς για πετροπόλεμο)
σπάνιες ομοηχίες,το "ακριβών μας ενυπνίων" ταίριαζε
με το "ωραίος Ενδυμίων",λόγος ακριβός για το βασιλιά
που κοιμάται αιώνια στην αγκαλιά της Εκάτης.
Τα έχω χάσει
όλα αυτά τα ποιήματα.
Μόνον ένα τετράστιχο θυμάμαι
μια εξομολόγηση για κάποιον ερωτικό χωρισμό μου
-κουταμάρες πριν μάθω
τί είναι ο πραγματικός χωρισμός-μια εξομολόγηση στον άνθρωπο
που πυροβολούσε ταχύτερα απ'τον ίσκιο του.
Τον παρηγορητή μου.
Πιστεύω ότι θα βρω το Λούκυ-δίχως άλλο
θα τον κεράσω κόκα κόλα και τσιγάρο.
Πριν στο γιατί,φτάσω,με κείνη να χωρίσουμε,
ήρεμα και απλά θα μου μιλήσει:"Ας καπνίσουμε".